ΤΕΧΝΙΚΗ Vs ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Στο άρθρο αυτό θα κάνω μία αναφορά σε ένα θέμα το οποίο πολύ συχνά αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με τους μαθητές μου: Πόσο η χρήση της τεχνικής μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο σε μια ερμηνεία. Εννοώντας δηλαδή ποιο είναι το σημείο όπου τεχνική και έκφραση μπορούν να ισοροπήσουν, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να περιλαμβάνει και τους δύο αυτούς παράγοντες.

Προτού απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα ήταν σκόπιμο να συζητήσουμε τι θεωρούμε ερμηνεία ενός τραγουδιού. Τι σημαίνει «ερμηνεύω»… Τι σημαίνει «εκφράζομαι»…

Είχα την τύχη να μαθητεύσω δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους, σε όλους τους μουσικούς τομείς με τους οποίους έχω ασχοληθεί. Η απόψεις μου λοιπόν είναι ένα αποτέλεσμα που προκύπτει από το σύνολο, το συνδυασμό αν θέλετε, πάρα πολλών ετερόκλητων πληροφοριών, οι οποίες συνθέτουν το παζλ της μουσικής μου αντίληψης και οπτικής.

«Ερμηνεία» : » Ο τρόπος με τον οποίο ένας καλλιτέχνης αποδίδει ένα καλλιτεχνικό έργο», αλλά και «η ανεύρεση του αληθινού ή αρχικού νοήματος λέξης ή κειμένου» (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο, εκδόσεις Κέντρο Λεξικολογίας)

Ακόμη, «βρίσκω στοιχεία, κυρίως αίτια, που αφορούν κτ. άγνωστο ή δυσνόητο, έτσι ώστε αυτό να γίνει γνωστό ή κατανοητό·» (https://www.greek-language.gr/greekLang/index.html)

Η ερμηνεία λοιπόν, εν τέλει, ίσως να μην είναι απλώς μία συναισθηματική κατάσταση από πλευράς του καλλιτέχνη, την οποία μοιράζεται με το ακροατήριό του. Αρχικά σχετίζεται άμεσα με την κατανόηση αυτού που ερμηνεύω. Να γνωρίζω δηλαδή, σε βάθος, αυτό το οποίο καλούμαι να εκτελέσω. Στην προκειμένη περίπτωση, το εκάστοτε τραγούδι. Η κατανόηση είναι η ρίζα, η πρώτη ύλη της ερμηνείας.

Όταν κατανοώ τι είναι αυτό που λέω, ξεκινάει η λειτουργία ενός μηχανισμού ανάσυρσης συναισθημάτων. Ακριβώς όπως και στην καθημερινή ζωή. Όταν μιλάμε για κάτι που γνωρίζουμε πολύ καλά, ο λόγος μας αποκτά ζωή, χρώμα, διακυμάνσεις στη δυναμική. Ο τρόπος της ομιλίας μας αποκτά ενδιαφέρον και ποικιλία. Δημιουργείται ένα είδος κώδικα επικοινωνίας με τον εσωτερικό μας κόσμο, με τον ψυχισμό μας, κάτι που γίνεται αμέσως αντιληπτό από το ακροατήριό μας. Όταν προσδίδω αξία σε ό,τι λέω ή παίζω, (γιατί η φωνή όπως έχουμε ήδη τονίσει, είναι μουσικό όργανο), ο ακροατής μου το αντιλαμβάνεται. Το παρακολουθεί ή ακόμα συνδέεται μαζί του..

Στη διαδικασία αυτή, ο ρόλος της τεχνικής του οργάνου, όποιο και αν είναι αυτό, είναι μείζονος σημασίας. Και αυτό διότι, όσο πιο ανεπτυγμένες είναι οι τεχνικές μου δεξιότητες, τόσο πιο πιστά μπορώ να υπηρετήσω τον αρχικό μου στόχο, που είναι η έκφραση. Στην περίπτωση του τραγουδιού και της φώνησης γενικότερα, ο άρτιος μηχανισμός της αναπνοής, η ευχέρεια στη διαχείρηση των αντηχείων του σώματος ώστε να παραχθεί ποικιλία ηχοχρωμάτων, η σωστή και λειτουργική θέση του σώματος κλπ, αποτελούν τα απαραίτητα εργαλεία που θα οδηγήσουν τον ερμηνευτή εκεί που θέλει ο ίδιος να πάει εκφραστικά.

Συμπερασματικά λοιπόν, η προσωπική μου άποψη στη μουσική διδασκαλία είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διαχωρίζουμε την τεχνική κατάρτιση από την εκφραστική δεξιότητα του καλλιτέχνη. Όταν η αισθητική είναι το κύριο μέλημα, κανένα από τα δύο δεν λειτουργεί χωρίς το άλλο…

Η φωνή μου είμαι…εγώ

Σε προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε για τη σπουδαιότητα του εργαλείου που λέγεται «ανθρώπινη φωνή». Πολύ συχνά ακούμε διάφορα σχόλια για τις φωνές των ανθρώπων, πχ «μιλάει πολύ ωραία», «τσιρίζει», «πολύ βαθιά» ή «από το πώς μιλάει, κατάλαβα ότι είναι μορφωμένος», «τραγουδάει καταπληκτικά» κλπ.

Το πώς ακούγεται η φωνή, επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες. Αυτοί, πρωτίστως, έχουν άμεση σχέση με την υγεία (φωνητική αλλά και συνολική) αλλά και την εκάστοτε ανατομία του σώματος και, πιο ειδικά, του φωνητικού συστήματος. Επίσης, με την ηλικία, το φύλο, τον ψυχισμό του ατόμου, το νευρικό του σύστημα, τα προσωπικά βιώματα, τα ακούσματα, την παιδεία και την καλλιέργεια του πνεύματος.

Ας ασχοληθούμε όμως, αρχικά, με την πρώτη κατηγορία παραγόντων που επηρεάζουν τον ήχο μας, αυτούς δηλαδή που έχουν σχέση με το σώμα μας. Η λανθασμένη χρήση της φωνής, καταπονεί ολόκληρο το φωνητικό σύστημα και κυρίως τις φωνητικές χορδές.

Όταν λοιπόν, δημιουργούνται οιδήματα και ερεθισμοί, ο μηχανισμός της φώνησης κλονίζεται και προσπαθεί να παράξει ήχο, ο οποίος όμως μπορεί να είναι θαμπός και περιορισμένος σε εύρος. Φυσικά, το ίδιο συμβαίνει και όταν η αιτία είναι παθολογική μέσα στα συνήθη πλαίσια του κρυολογήματος κλπ.

Άρα λοιπόν, η υγεία της φωνής δεν μπορούμε να πούμε ότι καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ακουγόμαστε κατά την ομιλία ή το τραγούδι, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες. Είναι ένας παράγοντας δηλαδή, που μεταβάλλεται διαρκώς, εφόσον η φωνή θεραπεύεται.

Σε αντίθεση με την υγεία, η ανατομία του σώματος παίζει σπουδαίο ρόλο στον τρόπο που ο ήχος εξέρχεται από αυτό, πχ το μέγεθος των φωνητικών χορδών, η χωρητικότητα των πνευμόνων και της φωνητικής οδού κλπ. Κι αυτός είναι ένας παράγοντας που δεν μεταβάλλεται. Κοινώς, γεννιόμαστε με ένα συγκεκριμένο «οπλοστάσιο», αλλά το πώς θα το διαχειριστούμε, είναι μια άλλη υπόθεση…

Στο σημείο αυτό, εμφανίζονται οι υπόλοιποι παράγοντες που επηρεάζουν τον ήχο. Η ηλικία δεν συμβάλλει απλώς στην προφανή διαδικασία της ωρίμανσης των φωνητικών οργάνων, άρα και στην αλλαγή του ήχου. Καθώς μεγαλώνουμε, γεμίζουμε με εμπειρίες πολλών ειδών. Γινόμαστε φορείς πολλών και διαφόρων συναισθημάτων που, με τη σειρά τους, αποκτούν χιλιάδες αποχρώσεις.

Έτσι, ο εσωτερικός πλούτος γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος. Οι ρυθμοί χαμηλώνουν και ο ήχος (σε συνδυασμό πάντα με τις αλλαγές που υφίσταται ο οργανισμός) αποκτά βάθος και βάρος. Ωριμάζει μαζί μας. Σε πλήρη αντίθεση με τη νεαρή φωνή που ρέει γάργαρη, καθαρή και έχει σύμμαχό της τον παρορμητισμό της αντίστοιχης ηλικίας.

Ο ψυχισμός είναι άλλο ένα κομμάτι του καθορισμού του ήχου. Θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τον στιγμιαίο ψυχισμό, από τον συνήθη ή και παγιωμένο ψυχισμό του ατόμου. Σε κάθε περίπτωση όμως, το πώς αισθανόμαστε παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής του ήχου. Τα ηχοχρώματα προδίδουν τη χαρά, τη μελαγχολία, την αυτοπεποίθηση ή την έλλειψή της, την ανασφάλεια, το θάρρος, το άγχος, την ανάγκη για πραγματική επικοινωνία ή την απαξίωση της.

Τα προσωπικά βιώματα είναι η ψυχική κληρονομιά του καθενός από εμάς. Γεγονότα, στιγμές που έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη μας, ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουμε, το οικογενειακό περιβάλλον κυρίως κατά την παιδική ηλικία και το πόσο εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς υπήρξαμε τότε.

Μια φωνή που είναι εγκλοβισμένη μέσα στο σώμα, σε συνδυασμό με την θαμπή και μη τονισμένη εκφορά του λόγου, συχνά παραπέμπουν σε συνθήκες μοναχικότητας κατά την παιδική (και όχι μόνο) ηλικία. Αντίθετα, ο λαμπερός και εξωστρεφής ήχος υποδεικνύουν πιθανώς ότι το άτομο έχει μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου η εξωτερίκευση των συναισθημάτων βρισκόταν σε πρόσφορο έδαφος.

Τα ακούσματα, όχι μόνο τα μουσικά αλλά και τα λεκτικά, αποτελούν επίσης σημαντικό παράγοντα σχετικά με η διαμόρφωση του ήχου. Όπως ήδη γνωρίζουμε, ένα παιδί κατανοεί τον κόσμο γύρω του με διάφορους τρόπους, ένας εκ των οποίων είναι και η μίμηση. Όπως λοιπόν μιμείται συμπεριφορές και κινήσεις, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο μιμείται και τον τρόπο ομιλίας των κοντινών του προσώπων.

Άρα, μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον πχ με πολλή…ησυχία, ένα παιδί μαθαίνει να μιλάει σε χαμηλή ένταση, ή όταν η μητέρα μιλάει δυνατά με ένρινο ήχο, αυτό μεταφέρεται αυτόματα στο παιδί, ακόμα και αν οι δυο τους διαφέρουν από ανατομικής άποψης.

Τέλος, η μόρφωση, η γενικότερη παιδεία και καλλιέργεια του πνεύματος, είναι στοιχεία που επίσης χαρακτηρίζουν τις φωνές των ανθρώπων. Και αυτό έχει να κάνει με τις επιρροές που ασκούνται από τους εκπαιδευτικούς τους οποίους συναναστρεφόμαστε κατά τη διάρκεια της σχολικής μας ή φοιτητικής ζωής αλλά και με τον πλούτο του πνεύματος που μας προσφέρουν για παράδειγμα οι τέχνες, η λογοτεχνία κλπ.

Συμπερασματικά λοιπόν, θα λέγαμε ότι η φωνή δεν είναι ένα αυτόνομο εργαλείο. Είναι το αποτέλεσμα μιας μεγάλης διαδικασίας, ενός μηχανισμού που και αυτός με τη σειρά τους επηρεάζεται και καθορίζεται από ένα σύνολο παραγόντων. Και για το λόγο αυτό, καμία φωνή δεν είναι όμοια με κάποια άλλη. Οι τρόποι ομιλίας και τραγουδιού ναι, ίσως κάποιες φορές να μοιάζουν. Οι χροιές όμως όχι. Γιατί η φωνή μας είναι το… δακτυλικό μας αποτύπωμα.

Ανθρώπινη φωνή: Ένα σπουδαίο εργαλείο

Photo by Andrea Piacquadio on Pexels.com

Η ανθρώπινη φωνή, είναι το αρχαιότερο όλων των οργάνων. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ «το ανώτερο», απλώς το πιο φυσικό, το πιο δικό μας όργανο. Αυτό που δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ή να αγοράσουμε. Αυτό με το οποίο γεννιόμαστε και… ωριμάζουμε μαζί του. Για να κατανοήσουμε όμως την μουσική του λειτουργία, ας το αντιμετωπίσουμε πρωτίστως ως ένα σπουδαίο εργαλείο.

Μας ακολουθεί, μας εξυπηρετεί και μας καθορίζει σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Μας χαρίζει το πολύτιμο δώρο της επικοινωνίας με τους γύρω μας. Χωρίς αυτό, δεν θα μπορούσαμε να εκφράσουμε άμεσα τη χαρά, το θυμό, το φόβο, την διεκδίκηση.  Και, φυσικά, πόσες φορές το έχουμε κατηγορήσει για κάτι που μας στοίχισε αργότερα.

Μας ακολουθεί από τη μέρα που ερχόμαστε στον κόσμο για να εκφράσουμε τις βασικές  ανάγκες για την επιβίωση (όσο μεγαλύτερες, τόσο πιο… δυνατό) και, με έναν «μαγικό» τρόπο, όσο εμείς μεγαλώνουμε και μεγαλώνει και το βάρος της ζωής μας, εκείνο σιγά σιγά γίνεται όλο και πιο πλούσιο σε χρώματα, όλο και πιο…βαρύ, επιβλητικό, έμπειρο.

Κάτι αλλάζει στην πορεία

Τι γίνεται όμως με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τη φωνή μας; Τι είναι αυτό που προκαλεί τα λάθη του χειρισμού αυτού, επιφέροντας αλλοιώσεις στον ήχο μας, επώδυνες καταστάσεις και, πολλές φορές, ακόμη και αδυναμία της χρήσης της φωνής;

Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να πιάσουμε την αρχή του νήματος. Ένα μωρό, αργότερα νήπιο και κατόπιν παιδί της προεφηβικής ηλικίας, χρησιμοποιεί τη φωνή του διαρκώς. Κλαίει, γελάει, φωνάζει και τραγουδάει δυνατά χωρίς φειδώ. Και χωρίς να επέρχεται η παραμικρή φωνητική κόπωση.

Οι φωνές των παιδιών σπανίως ακούγονται αλλοιωμένες ή κουρασμένες.  Το γεγονός αυτό μας αποδεικνύει πόσο άρτια είναι κατασκευασμένο το φωνητικό μας σύστημα και πόσο, ενστικτωδώς, σωστά χρησιμοποιούμε τον μηχανισμό της αναπνοής, στις μικρές ηλικίες. Όλα λειτουργούν τέλεια.

Έως ότου μεγαλώσουμε (ό,τι και αν σημαίνει αυτό για τον καθένα-εφηβική ή μετεφηβική ηλικία).  Η σκέψη, οι αναστολές, το άγχος, ο φόβος της έκθεσης παίρνουν τη θέση της παιδικής ξενοιασιάς και εξωστρέφειας. Η αναπνοή μπλοκάρει, το στόμα ανοίγει περιορισμένα, η στάση του σώματος αλλοιώνεται. Και η φωνή…μπερδεύεται.  Αυτή που ήξερε κάποτε πώς να τοποθετηθεί και να αντηχήσει στα σωστά ηχεία του σώματος, τώρα παλεύει να ακουστεί αβίαστα και αρμονικά, αλλά ο ανθρώπινος νους την εμποδίζει.  Κι έτσι ο ζωηρός κόσμος των φυσικών μας ήχων, μαζεύεται και κλειδώνεται μέσα μας.

Ο τρόπος επαναφοράς 

Η εκπαίδευση λοιπόν της φωνής είναι ο τρόπος να την επαναφέρουμε εκεί που ήταν, αλλά και να την κάνουμε ακόμη πιο λειτουργική. Να γυμνάσουμε δηλαδή το σώμα και να του θυμίσουμε πώς λειτουργεί ο φωνητικός μηχανισμός. Να εκπαιδεύσουμε από την αρχή την αναπνοή μας ώστε να γίνει σύμμαχος στη διαδικασία της σωστής φώνησης.

Όταν λοιπόν κατακτηθεί ξανά αυτή η λειτουργία που χάσαμε σε έναν βαθμό με την πάροδο του χρόνου, τότε ίσως αρχίσουμε να εκφραζόμαστε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Και αυτό θα συμβάλλει οπωσδήποτε στην πορεία της καθημερινότητας και της ζωής γενικότερα.