Η φωνή μου είμαι…εγώ

Σε προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε για τη σπουδαιότητα του εργαλείου που λέγεται «ανθρώπινη φωνή». Πολύ συχνά ακούμε διάφορα σχόλια για τις φωνές των ανθρώπων, πχ «μιλάει πολύ ωραία», «τσιρίζει», «πολύ βαθιά» ή «από το πώς μιλάει, κατάλαβα ότι είναι μορφωμένος», «τραγουδάει καταπληκτικά» κλπ.

Το πώς ακούγεται η φωνή, επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες. Αυτοί, πρωτίστως, έχουν άμεση σχέση με την υγεία (φωνητική αλλά και συνολική) αλλά και την εκάστοτε ανατομία του σώματος και, πιο ειδικά, του φωνητικού συστήματος. Επίσης, με την ηλικία, το φύλο, τον ψυχισμό του ατόμου, το νευρικό του σύστημα, τα προσωπικά βιώματα, τα ακούσματα, την παιδεία και την καλλιέργεια του πνεύματος.

Ας ασχοληθούμε όμως, αρχικά, με την πρώτη κατηγορία παραγόντων που επηρεάζουν τον ήχο μας, αυτούς δηλαδή που έχουν σχέση με το σώμα μας. Η λανθασμένη χρήση της φωνής, καταπονεί ολόκληρο το φωνητικό σύστημα και κυρίως τις φωνητικές χορδές.

Όταν λοιπόν, δημιουργούνται οιδήματα και ερεθισμοί, ο μηχανισμός της φώνησης κλονίζεται και προσπαθεί να παράξει ήχο, ο οποίος όμως μπορεί να είναι θαμπός και περιορισμένος σε εύρος. Φυσικά, το ίδιο συμβαίνει και όταν η αιτία είναι παθολογική μέσα στα συνήθη πλαίσια του κρυολογήματος κλπ.

Άρα λοιπόν, η υγεία της φωνής δεν μπορούμε να πούμε ότι καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ακουγόμαστε κατά την ομιλία ή το τραγούδι, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες. Είναι ένας παράγοντας δηλαδή, που μεταβάλλεται διαρκώς, εφόσον η φωνή θεραπεύεται.

Σε αντίθεση με την υγεία, η ανατομία του σώματος παίζει σπουδαίο ρόλο στον τρόπο που ο ήχος εξέρχεται από αυτό, πχ το μέγεθος των φωνητικών χορδών, η χωρητικότητα των πνευμόνων και της φωνητικής οδού κλπ. Κι αυτός είναι ένας παράγοντας που δεν μεταβάλλεται. Κοινώς, γεννιόμαστε με ένα συγκεκριμένο «οπλοστάσιο», αλλά το πώς θα το διαχειριστούμε, είναι μια άλλη υπόθεση…

Στο σημείο αυτό, εμφανίζονται οι υπόλοιποι παράγοντες που επηρεάζουν τον ήχο. Η ηλικία δεν συμβάλλει απλώς στην προφανή διαδικασία της ωρίμανσης των φωνητικών οργάνων, άρα και στην αλλαγή του ήχου. Καθώς μεγαλώνουμε, γεμίζουμε με εμπειρίες πολλών ειδών. Γινόμαστε φορείς πολλών και διαφόρων συναισθημάτων που, με τη σειρά τους, αποκτούν χιλιάδες αποχρώσεις.

Έτσι, ο εσωτερικός πλούτος γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος. Οι ρυθμοί χαμηλώνουν και ο ήχος (σε συνδυασμό πάντα με τις αλλαγές που υφίσταται ο οργανισμός) αποκτά βάθος και βάρος. Ωριμάζει μαζί μας. Σε πλήρη αντίθεση με τη νεαρή φωνή που ρέει γάργαρη, καθαρή και έχει σύμμαχό της τον παρορμητισμό της αντίστοιχης ηλικίας.

Ο ψυχισμός είναι άλλο ένα κομμάτι του καθορισμού του ήχου. Θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τον στιγμιαίο ψυχισμό, από τον συνήθη ή και παγιωμένο ψυχισμό του ατόμου. Σε κάθε περίπτωση όμως, το πώς αισθανόμαστε παίζει καταλυτικό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής του ήχου. Τα ηχοχρώματα προδίδουν τη χαρά, τη μελαγχολία, την αυτοπεποίθηση ή την έλλειψή της, την ανασφάλεια, το θάρρος, το άγχος, την ανάγκη για πραγματική επικοινωνία ή την απαξίωση της.

Τα προσωπικά βιώματα είναι η ψυχική κληρονομιά του καθενός από εμάς. Γεγονότα, στιγμές που έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη μας, ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουμε, το οικογενειακό περιβάλλον κυρίως κατά την παιδική ηλικία και το πόσο εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς υπήρξαμε τότε.

Μια φωνή που είναι εγκλοβισμένη μέσα στο σώμα, σε συνδυασμό με την θαμπή και μη τονισμένη εκφορά του λόγου, συχνά παραπέμπουν σε συνθήκες μοναχικότητας κατά την παιδική (και όχι μόνο) ηλικία. Αντίθετα, ο λαμπερός και εξωστρεφής ήχος υποδεικνύουν πιθανώς ότι το άτομο έχει μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου η εξωτερίκευση των συναισθημάτων βρισκόταν σε πρόσφορο έδαφος.

Τα ακούσματα, όχι μόνο τα μουσικά αλλά και τα λεκτικά, αποτελούν επίσης σημαντικό παράγοντα σχετικά με η διαμόρφωση του ήχου. Όπως ήδη γνωρίζουμε, ένα παιδί κατανοεί τον κόσμο γύρω του με διάφορους τρόπους, ένας εκ των οποίων είναι και η μίμηση. Όπως λοιπόν μιμείται συμπεριφορές και κινήσεις, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο μιμείται και τον τρόπο ομιλίας των κοντινών του προσώπων.

Άρα, μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον πχ με πολλή…ησυχία, ένα παιδί μαθαίνει να μιλάει σε χαμηλή ένταση, ή όταν η μητέρα μιλάει δυνατά με ένρινο ήχο, αυτό μεταφέρεται αυτόματα στο παιδί, ακόμα και αν οι δυο τους διαφέρουν από ανατομικής άποψης.

Τέλος, η μόρφωση, η γενικότερη παιδεία και καλλιέργεια του πνεύματος, είναι στοιχεία που επίσης χαρακτηρίζουν τις φωνές των ανθρώπων. Και αυτό έχει να κάνει με τις επιρροές που ασκούνται από τους εκπαιδευτικούς τους οποίους συναναστρεφόμαστε κατά τη διάρκεια της σχολικής μας ή φοιτητικής ζωής αλλά και με τον πλούτο του πνεύματος που μας προσφέρουν για παράδειγμα οι τέχνες, η λογοτεχνία κλπ.

Συμπερασματικά λοιπόν, θα λέγαμε ότι η φωνή δεν είναι ένα αυτόνομο εργαλείο. Είναι το αποτέλεσμα μιας μεγάλης διαδικασίας, ενός μηχανισμού που και αυτός με τη σειρά τους επηρεάζεται και καθορίζεται από ένα σύνολο παραγόντων. Και για το λόγο αυτό, καμία φωνή δεν είναι όμοια με κάποια άλλη. Οι τρόποι ομιλίας και τραγουδιού ναι, ίσως κάποιες φορές να μοιάζουν. Οι χροιές όμως όχι. Γιατί η φωνή μας είναι το… δακτυλικό μας αποτύπωμα.

Δημοσιεύτηκε από τον LIZA LEMPESI

Vocal Teacher and Coach in Contemporary Music

Σχολιάστε